Σύνοψη και σχόλια στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 23/6/2021 στην Ενδιάμεση Αίτηση της Hermes Airports για συνεκδίκαση των Προσφυγών με αριθμό 955/2018 και 664/2020

Dec 26, 2021 | Recourses

Εισαγωγή

Η παρούσα απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ημερ. 23/6/2021 αφορά την Ενδιάμεση Αίτηση της Hermes Airports Ltd (εφεξής η «Αιτήτρια») για την συνεκδίκαση των Προσφυγών με αριθμό 955/2018 και 664/2020.

Με την Προσφυγή 955/2018 η Αιτήτρια επιδίωκε την ακύρωση της Απόφασης της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής «Επιτροπή» ή «Καθ’ ης η Αίτηση») με αριθμό 13/2018 και ημερ. 16/5/2018, με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, Νόμος 13(Ι)/2008 (εφεξής ο «Νόμος») και της επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους €1.193.864. Η παράβαση κρίθηκε ότι συνίστατο στην καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει η Αιτήτρια στην αγορά παροχής χώρου στάθμευσης εντός του Διεθνούς Αερολιμένα Λάρνακας για παροχή υπηρεσιών από άλλες επιχειρήσεις. Η συγκεκριμένη κατάχρηση αφορούσε την επιβολή από την Αιτήτρια αθέμιτων όρων συναλλαγής στις συμφωνίες με την Καταγγέλλουσα εταιρεία στην εν λόγω υπόθεση.

Με την Προσφυγή 664/2020 η Αιτήτρια επιδίωκε την ακύρωση της Απόφασης της Επιτροπής με αριθμό 4/2020 και ημερ. 21/1/2020, με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου και της επιβλήθηκε πρόστιμο €475.761,47. Η παράβαση κρίθηκε ότι συνίστατο στην καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει η Αιτήτρια στην ίδια αγορά που αναφέρθηκε και σε σχέση με την Απόφαση 13/2018 πιο πάνω. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η παράβαση αφορούσε τον καθορισμό υπερβολικών τιμών προς τις Καταγγέλλουσες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην παροχή υπηρεσιών στάθμευσης valet. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση της Επιτροπής, η Αιτήτρια η οποία συνιστούσε ανταγωνιστή των Καταγγελλουσών εταιρειών, λόγω της δραστηριοποίησής της στην αγορά παροχής υπηρεσιών στάθμευσης για επιβάτες, αποσκοπούσε στον εκτοπισμό ή εκμετάλλευση των Καταγγελλουσών εταιρειών.

Θέσεις εμπλεκομένων μερών

Θέσεις Αιτήτριας

Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι οι Προσφυγές 955/2018 και 664/2020 αφορούσαν αποφάσεις της Καθ’ ης η Αίτηση σε σχέση με την ίδια ισχυριζόμενη παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου, η οποία μάλιστα στοιχειοθετήθηκε στη βάση των ίδιων πραγματικών γεγονότων.

Συγκεκριμένα, υπέβαλε ότι η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο υποθέσεων που εξέτασε η Καθ’ ης η Αίτηση ήταν η ταυτότητα των Καταγγελλουσών εταιρειών. Σημείωσε σχετικά ότι οι συμφωνίες της Αιτήτριας με τις Καταγγέλλουσες εταιρείες και στις δύο υποθέσεις είχαν τους ίδιους όρους και ότι οι συμβατικές σχέσεις που προέκυπταν από τις εν λόγω συμφωνίες έτυχαν του ίδιου χειρισμού από την Αιτήτρια. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι παραβάσεις που διαπίστωσε η Καθ’ ης η Αίτηση ήταν ταυτόσημες για όλες της Καταγγέλλουσες εταιρείες, καθώς και ότι τα συμπεράσματα της Καθ’ ης η Αίτηση στην Έκθεση Αιτιάσεων τα οποία μεταγενέστερα είχαν οδηγήσει στην έκδοση της Απόφασης 4/2020 είχαν ήδη εξαχθεί στο πλαίσιο της Απόφασης 13/2018.

Η Αιτήτρια προέβαλε επίσης τον ισχυρισμό ότι η Καθ’ ης η Αίτηση διενεργούσε παράλληλες έρευνες, συνέλεγε και αξιολογούσε στοιχεία και για τις δύο υποθέσεις, ενώ είχε απορρίψει το αίτημα συνεκδίκασης που επανηλειμμένως τέθηκε από την Αιτήτρια στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.

Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η διπλή διεξαγωγή διαδικασιών, έκδοση αποφάσεων και επιβολή κυρώσεων για κατ’ ισχυρισμό παραβάσεις που προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα είναι έκνομη και καταχρηστική.

Ως εκ των πιο πάνω, η Αιτήτρια αιτήθηκε τη συνεκδίκαση των δύο Προσφυγών από το Διοικητικό Δικαστήριο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και εξοικονόμησης χρόνου και εξόδων.

Θέσεις Καθ’ ης η Αίτηση

Η Καθ’ ης η Αίτηση έφερε ένσταση στην Ενδιάμεση Αίτηση της Αιτήτριας.

Στηριζόμενη στα γεγονότα τα οποία προέβαλε ότι προκύπτουν από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων των δύο υποθέσεων, τις ενστάσεις που είχε καταχωρήσει στις δύο Προσφυγές, και των προσβαλλόμενων Αποφάσεων, υπέβαλε ότι οι Προσφυγές στρέφονται κατά διακριτών αποφάσεων της Καθ’ ης η Αίτηση, οι οποίες εκδόθηκαν με διαφορά πέραν των 19 μηνών μεταξύ τους. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι σχετίζονται με διακριτές παραβάσεις του Νόμου, οι οποίες στοιχειοθετούνται από διαφορετικά γεγονότα που καλύπτουν διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Συγκεκριμένα, σε σχέση με το ζήτημα των διακριτών παραβάσεων του Νόμου, η Καθ’ ης η Αίτηση σημείωσε ότι η Προσφυγή 955/2018, με την οποία προσβάλλεται η Απόφαση 13/2018, αφορούσε παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου, η οποία προέκυπτε από αθέμιτους όρους συναλλαγής που εφάρμοζε η Αιτήτρια στη βάση των συμφωνιών που είχε συνάψει με την Καταγγέλλουσα εταιρεία στην εν λόγω υπόθεση.

Από την άλλη, σε σχέση με την Προσφυγή 664/2020, με την οποία προσβάλλεται η Απόφαση 4/2020, η Καθ’ ης η Αίτηση σημείωσε ότι αφορούσε σε παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου η οποία προέκυπτε από την εφαρμογή υπερβολικής τιμολόγησης εκ μέρους της Αιτήτριας.

Απόφαση Δικαστηρίου

Έχοντας μελετήσει τα όσα τέθηκαν ενώπιόν του από τις δύο πλευρές και το περιεχόμενο των Προσφυγών, και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν την συνεκδίκαση υποθέσεων στη διοικητική δίκη, το Δικαστήριο έκρινε ότι απουσιάζει η δέουσα συνάφεια που πρέπει να υφίσταται προκειμένου να συνεκδικαστούν οι δύο Προσφυγές.

Συγκεκριμένα, έκρινε ότι το γεγονός ότι οι εν λόγω Προσφυγές ασκούνται κατά Αποφάσεων της Καθ’ ης η Αίτηση σε σχέση με την ίδια Αιτήτρια και για την παράβαση του ίδιου άρθρου του Νόμου, δεν δύναται να αιτιολογήσει την συνεκδίκαση τους, καθώς οι εν λόγω Αποφάσεις εκδόθηκαν με χρονική διαφορά 19 μηνών.

Αναφορικά με το ζήτημα των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν με τις υπό αναφορά Αποφάσεις της Καθ’ης η Αίτηση, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι με την Απόφαση 13/2018 επιβλήθηκε πρόστιμο σε σχέση με την εφαρμογή αθέμιτων όρων συναλλαγής, ενώ με την Απόφαση 4/2020 επιβλήθηκε πρόστιμο σε σχέση με την εφαρμογή υπερβολικής τιμολόγησης.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι στο παρελθόν εκδικάστηκαν προσφυγές των οποίων τα μέρη ήταν ταυτόσημα αλλά αφορούσαν σε διαφορετικές χρονολογικές περιόδους. Επιπρόσθετα, υπενθύμισε ότι αντίστοιχο αίτημα συνεκδίκασης είχε υποβληθεί και κατά την διαδικασία ενώπιον της Καθ’ ης η Αίτηση, το οποίο και είχε απορριφθεί.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι το γεγονός ότι θα εκδικαστεί πρώτα η Προσφυγή 955/2018 η οποία αφορά την Απόφαση της Καθ’ ης η Αίτηση που προέχει χρονικά, δεν αποστερεί τη δυνατότητα της Αιτήτριας να προβάλει εκ νέου όποια ζητήματα, ισχυρισμούς και λόγους ακυρώσεως επιθυμεί στην Προσφυγή 664/2020, αναφορικά με τα ίδια πραγματικά γεγονότα.

Τέλος, το Δικαστήριο διαφώνησε με το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι η συνεκδίκαση θα συμβάλει στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πρόκειται για υποθέσεις με ογκώδεις φακέλους, οι οποίες απέχουν χρονικά και εξετάστηκαν σε διαφορετικές συνεδριάσεις της Καθ’ ης η Αίτηση, υπό άλλη σύνθεση, διαφορετικό σκεπτικό, και διαφορετικές αγορεύσεις και ακροάσεις ενώπιόν της. Περαιτέρω, το Δικαστήριο ανέφερε ότι πέραν των λόγων ακυρώσεως, θα εξετάσει και ζητήματα δημόσιας τάξεως που αφορούν το παραδεκτό μίας προσφυγής ή και ζητήματα που δεν τίθενται από την Αιτήτρια σε σχέση με την αρμοδιότητα και λειτουργία του διοικητικού οργάνου. Επομένως, έκρινε ότι εν προκειμένω δεν θα ασκούσε κοινό έλεγχο, αλλά διπλό έλεγχο.

Σχολιασμός

Το Δικαστήριο δεν φαίνεται να προχώρησε σε ουσιαστική αξιολόγηση του ισχυρισμού της Αιτήτριας αναφορικά με την ταυτοσημότητα των γεγονότων των υπό αναφορά αποφάσεων της Επιτροπής, οι οποίες ήταν και το αντικείμενο των δύο Προσφυγών. Ειδικότερα, από το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι έχει εξεταστεί επαρκώς το περιεχόμενο των ογκωδών φακέλων των δύο υποθέσεων, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί με βεβαιότητα κατά πόσο τα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των δύο αποφάσεων της Επιτροπής δεν είναι ταυτόσημα ή/και ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους επαρκής συνάφεια.

Κρίσιμο στοιχείο για την κατάληξη του Δικαστηρίου φαίνεται να διαδραμάτισε η χρονική απόσταση μεταξύ των ημερομηνιών έκδοσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων της Επιτροπής. Εντούτοις, δεν είναι σαφές από το κείμενο της απόφασης το σκεπτικό του Δικαστηρίου που αιτιολογεί την αποδοχή της απόστασης μεταξύ των ημερομηνιών έκδοσης των αποφάσεων της Επιτροπής ως το κρίσιμο στοιχείο για την διαπίστωση της ύπαρξης επαρκούς / δέουσας συνάφειας μεταξύ των δύο Προσφυγών. Εκτιμάται ότι τα κρίσιμα στοιχεία είναι τα εξής: i) ο ουσιώδης χρόνος των δύο αποφάσεων, ii) η ενδεχόμενη ταυτοσημότητα των πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν τις αποφάσεις και iii) η ενδεχόμενη διαπίστωση της ίδιας παράβασης του Νόμου.

Όσον αφορά το τελευταίο ζήτημα είναι κρίσιμο να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 6(1)(α) του Νόμου διαχωρίζει την ύπαρξη αθέμιτων τιμών από την ύπαρξη άλλων αθέμιτων όρων συναλλαγής που δεν σχετίζονται με τις τιμές. Στο βαθμό που και οι δύο αποφάσεις της Επιτροπής αφορούν αθέμιτες τιμές, είτε κρινόμενες υπό τον μανδύα της υπερβολικής τιμολόγησης, είτε κρινόμενες υπό τον μανδύα των αθέμιτων όρων συναλλαγής, οι παραβάσεις αφορούν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα, εν προκειμένω το ύψος των τιμών. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως να υποδηλώνει νομική πλάνη σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου. Το ζήτημα αυτό δεν φαίνεται να έχει εξεταστεί σε βάθος από το Δικαστήριο, το οποίο θεώρησε ως επαρκώς βάσιμο και κρίσιμο λόγο απόρριψης του αιτήματος συνεκδίκασης τη μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ των δύο αποφάσεων της Επιτροπής.

Τέλος, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί είναι σημαντική η παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι αντίστοιχο αίτημα συνεκδίκασης των δύο υποθέσεων είχε εξεταστεί και στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής. Αναφέρεται σχετικά ότι η δικαστική διαδικασία αποσκοπεί στον πλήρη και αποτελεσματικό έλεγχο των διοικητικών αποφάσεων. Επομένως, εκτιμάται ότι για να μπορούσε να γίνει επίκληση της σχετικής απόφασης της Επιτροπής για τη μη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων στο πλαίσιο των ενώπιόν της διαδικασιών, και κατ’ επέκταση να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, θα έπρεπε να αξιολογηθεί η ορθότητα / εγκυρότητα της εν λόγω απόφασης της Επιτροπής. Αυτό επιτάσσουν οι αρχές της αμεροληψίας και της ισότητας των όπλων, καθότι τυχόν διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποδοχή θέσεων της διοίκησης εκ μέρους του Δικαστηρίου χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο.

 

Σοφία Ράουνιτς

 

Η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου βρίσκεται εδώ.

Δημοσιεύθηκε στο νομικό portal Δικαιοσύνη.

Subscribe to our Newsletter

Share

Latest News & Insights

Σύνοψη και σχόλια στην απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Προσφυγή αρ. 1457/2018, FISSLER GMBH v. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ημερ. 16/5/2021
Προκήρυξη θέσεων Πρακτικής Άσκηση (Ιανουάριος – Μάρτιος 2022)
Trojan Economics Academy HRDA Accreditation
Πρακτική εφαρμογή Δικαίου του Ανταγωνισμού
Guest lecture on Competition Law violations by Digital Giants at UCY
Καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης τιμολογιακού χαρακτήρα: Υπερβολική τιμολόγηση και Επιθετική τιμολόγηση
Η σημασία του Κριτηρίου του Ιδιώτη Επιχειρηματία σε Οικονομία της Αγοράς σε υποθέσεις που αφορούν Κρατικές Ενισχύσεις
Συνέντευξη Δρ. Παναγιώτη Αγησιλάου στο περιοδικό Μarket Leaders 2021
Παρουσίαση στο περιοδικό Who Is Who 2021
Merger Control in Cyprus

Subscribe to our Newsletter