Ονομάζομαι Γεωργία Αντωνίου, είμαι απόφοιτος της Σχολής Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Στο πλαίσιο της πρακτικής μου άσκησης στην Trojan Economics, εγκαινιάζω μια σειρά συνεντεύξεων αφιερωμένων στο Δίκαιο και τα Οικονομικά του Ανταγωνισμού. Στόχος είναι να αναδειχθεί πώς μια αποτελεσματική πολιτική ανταγωνισμού θωρακίζει τις αγορές, ενισχύει την καινοτομία και, τελικά, μεταφράζεται σε οφέλη για τους καταναλωτές και την οικονομία.
Για την εναρκτήρια συζήτηση απευθύνθηκα στον πλέον κατάλληλο ειδικό: τον Δρ. Παναγιώτη Αγησιλάου.
Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι διευθυντής της Τrojan Economics Consultants Ltd, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που εξειδικεύεται αποκλειστικά στα οικονομικά του ανταγωνισμού. Παράλληλα διδάσκει στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου τις θεματικές ενότητες «Δίκαιο Ανταγωνισμού της ΕΕ» (προπτυχιακό Πρόγραμμα Νομικής) και «Συμπράξεις, Κατάχρηση Δεσπόζουσας Θέσης και Συγκεντρώσεις» (μεταπτυχιακό Δίκαιο της ΕΕ), έχοντας προηγουμένως διδάξει και τη θεματική ενότητα «Δίκαιο Κρατικών Ενισχύσεων». Η διεθνής του αναγνώριση αποτυπώνεται στις επαναλαμβανόμενες διακρίσεις του από το Who’s Who Legal: Competition & Consulting Experts (2020‑2025) και στο Lexology Client Choice Award (2021‑2025), ενώ έχει υπηρετήσει ως οικονομικός πραγματογνώμονας και στις δύο μέχρι σήμερα αγωγές αποζημιώσεων για παραβάσεις του Δικαίου Ανταγωνισμού στην Κύπρο.
Η εμπειρία και η βαθιά του γνώση θέτουν το ιδανικό υπόβαθρο για μια συζήτηση που φιλοδοξεί όχι μόνο να διευρύνει τη θεωρητική μας κατανόηση, αλλά και να προσφέρει πρακτικές εισηγήσεις για την περαιτέρω θωράκιση του ανταγωνισμού στην Κύπρο.
Η πολυετής συνδυασμένη εμπειρία του – στη συμβουλευτική, στη διδασκαλία και στο δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας – καθιστά τον Δρ. Αγησιλάου ιδανικό συνομιλητή για να διερευνήσουμε τα οφέλη, τις προκλήσεις και τις προοπτικές ενίσχυσης της Πολιτικής Ανταγωνισμού στην Κύπρο.
Με αυτήν τη σύντομη εισαγωγή, ας περάσουμε στη συζήτησή μας για τη σημασία, τις προκλήσεις και τις προοπτικές της πολιτικής ανταγωνισμού στην Κύπρο.
Αρχικά, θα ήθελα να μας διευκρινήσετε, τι εννοούμε με τον όρο Πολιτική Ανταγωνισμού και ποιος είναι ο ρόλος της σε μια οικονομία;
Με τον όρο «Πολιτική Ανταγωνισμού» εννοούμε το σύνολο των νομοθεσιών, κανόνων και κρατικών μέτρων που αποσκοπούν στη διαμόρφωση ενός υγιούς, ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που προάγει την αποδοτικότητα, την καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη. Η Πολιτική Ανταγωνισμού βασίζεται σε τρεις πυλώνες: το Δίκαιο Ανταγωνισμού, το Δίκαιο Κρατικών Ενισχύσεων και τα κρατικά μέτρα για την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Το Δίκαιο του Ανταγωνισμού περιλαμβάνει κανόνες που στοχεύουν στην αποτροπή αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών και στη διασφάλιση δίκαιων όρων στις αγορές. Οι κανόνες της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας απαγορεύουν πρακτικές όπως τις συμπράξεις (καρτέλ) που περιορίζουν τον ανταγωνισμό μέσω συντονισμού τιμών ή κατανομής αγορών και την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει μία επιχείρηση στην αγορά με σκοπό τον αποκλεισμό των ανταγωνιστών της ή/και την εκμετάλλευση των καταναλωτών. Παράλληλα, οι κανόνες για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων διασφαλίζουν ότι οι συγχωνεύσεις και εξαγορές δεν αλλοιώνουν τη δομή της αγοράς ώστε να περιορίζεται σημαντικά ο ανταγωνισμός στην αγορά.
Από την άλλη, το Δίκαιο Κρατικών Ενισχύσεων στοχεύει στην αποτροπή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκαλούνται από την παρέμβαση του κράτους. Οι κανόνες αυτοί απαγορεύουν τη μεταφορά κρατικών πόρων μέσω επιδοτήσεων ή άλλων μέτρων στήριξης (π.χ. φορολογικές εκπτώσεις ή διαγραφές χρεών) σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις κατά τρόπο που να τους παρέχονται αθέμιτα οικονομικά πλεονεκτήματα έναντι των ανταγωνιστών τους. Η εφαρμογή αυτών των κανόνων είναι κρίσιμη για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ενιαίας εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού συμπληρώνει την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία που ελέγχει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων.
Τέλος, η Πολιτική Ανταγωνισμού περιλαμβάνει και τα κρατικά μέτρα που στοχεύουν στην εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των αγορών. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται δράσεις για το άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό, την άρση ή/και άμβλυνση των εμποδίων εισόδου για νέες επιχειρήσεις, την ελευθερία επιλογής προμηθευτή, τη διευκόλυνση της εναλλαγής παρόχων προϊόντων και υπηρεσιών, και την ενίσχυση της διαφάνειας στις εμπορικές συναλλαγές.
Επόμενως, ποια οφέλη μπορεί να προκύψουν από την αποτελεσματική εφαρμογή Πολιτικής Ανταγωνισμού;
Μια δραστήρια και προορατική Πολιτική Ανταγωνισμού μπορεί να προσφέρει πολλαπλά οφέλη, όχι μόνον στους καταναλωτές και στις επιχειρήσεις, αλλά και γενικότερα στην οικονομία. Σημειώνεται σχετικά ότι η αποτελεσματική εφαρμογή της Πολιτικής Ανταγωνισμού ενισχύει τον υγιή ανταγωνισμό, οδηγώντας σε χαμηλότερες τιμές, καλύτερη ποιότητα προϊόντων / υπηρεσιών και περισσότερες επιλογές για τους καταναλωτές. Παράλληλα, προάγει την καινοτομία, καθώς οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για να παρέχουν πιο ελκυστικά προϊόντα και υπηρεσίες, ενισχύοντας ταυτόχρονα τα κίνητρα των επιχειρήσεων για βελτίωση της παραγωγικής τους αποδοτικότητας.
Επιπλέον, η αποτελεσματική εφαρμογή της Πολιτικής Ανταγωνισμού δημιουργεί ένα πρόσφορο περιβάλλον για επενδύσεις και οικονομική ανάπτυξη, ενθαρρύνοντας τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και θέσεων εργασίας. Ταυτόχρονα, διασφαλίζει ισότιμους όρους για όλες τις επιχειρήσεις, προστατεύοντας τις μικρότερες επιχειρήσεις από καταχρηστικές πρακτικές επιχειρήσεων με σημαντική δύναμη στην αγορά, και αποτρέποντας τις στρεβλώσεις που δύναται να προκληθούν από μέτρα κρατικών ενισχύσεων. Επιπλέον, η Πολιτική Ανταγωνισμού συμβάλλει καθοριστικά στην ενίσχυση της διαφάνειας των αγορών και στη διευκόλυνση της αλλαγής προμηθευτή από τους καταναλωτές σε ανταπόκριση με αλλαγές στις σχετικές τιμές ή στην ποιότητα των προϊόντων, κάτι που ενισχύει τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων.
Γενικότερα, μια αποτελεσματική Πολιτική Ανταγωνισμού προάγει την ευημερία, διασφαλίζει δικαιότερες συνθήκες στην αγορά και ενισχύει τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Σε ποιους τομείς πιστεύετε ότι πρέπει να δοθεί περισσότερη έμφαση στις προτεραιότητες της Πολιτικής Ανταγωνισμού;
Η Πολιτική Ανταγωνισμού πρέπει να επικεντρώνεται σε τομείς με ολιγοπωλιακή δομή, όπου παρατηρούνται διαχρονικά υψηλά επίπεδα συγκέντρωσης και κερδοφορίας, καθώς και σε αγορές όπου οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού έχουν άμεσο και σημαντικό αντίκτυπο στις τιμές, την ποιότητα των υπηρεσιών και τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Σε αυτές τις αγορές, η συγκέντρωση της ισχύος σε λίγους παίκτες δεν επηρεάζει μόνο τους άμεσους καταναλωτές, αλλά δημιουργεί και δευτερογενείς / αλυσιδωτές επιπτώσεις σε άλλους κλάδους, λόγω των ισχυρών διασυνδέσεων που υπάρχουν μεταξύ των αγορών. Για παράδειγμα, οι υψηλές τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια και τις μεταφορές επηρεάζουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, ενώ η συγκέντρωση στον τραπεζικό τομέα μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη. Αυτοί οι τομείς είναι στρατηγικής σημασίας και απαιτούν ενισχυμένο εποπτικό ρόλο των αρμόδιων αρχών, με παρεμβάσεις που δεν θα περιορίζονται μόνο στην επιβολή κυρώσεων, αλλά και σε προληπτικά μέτρα που προάγουν τον ανταγωνισμό.
Ως ειδικός στα θέματα του ανταγωνισμού, εσείς πώς αξιολογείτε το επίπεδο ανταγωνισμού σε καίριους τομείς της κυπριακής οικονομίας, όπως π.χ. τραπεζικός τομέας, ηλεκτρική ενέργεια, υγεία και καύσιμα;
Ο ανταγωνισμός σε κρίσιμους τομείς της κυπριακής οικονομίας, όπως ο τραπεζικός, η ηλεκτρική ενέργεια, η υγεία και τα καύσιμα, αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις λόγω των ολιγοπωλιακών ή μονοπωλιακών δομών τους. Αυτές οι δομές διατηρούνται παρόλο που τα ρυθμιστικά εμπόδια εισόδου στην αγορά έχουν περιοριστεί ή/και αρθεί πλήρως.
Στον τραπεζικό τομέα έχουν επέλθει σημαντικές δομικές αλλαγές κυρίως λόγω της κατάρρευσης της Λαϊκής Τράπεζας και του Συνεργατισμού το 2013 και το 2018 αντίστοιχα. Ως αποτέλεσμα ο βαθμός συγκέντρωσης της τραπεζικής αγοράς αυξήθηκε δραματικά, φτάνοντας σε επίπεδο που είναι υπερδιπλάσιο του μέσου όρου στην ΕΕ. Παρατηρώντας τα δεδομένα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαπιστώνεται ότι η αύξηση του βαθμού συγκέντρωσης συνδυάστηκε με αύξηση των περιθωρίων επιτοκίου και μείωση των δανειστικών επιτοκίων. Αυτές οι συσχετίσεις συνιστούν σοβαρή ένδειξη ότι μειώθηκαν οι ανταγωνιστικες πιέσεις στην αγορά με δυσμενείς επιδράσεις για τους δανειολήπτες και τους καταθέτες. Ο βαθμός συγκέντρωσης της τραπεζικής αγοράς αυξήθηκε περαιτέρω με την εξαγορά της Ελληνικής Τράπεζας από την Eurobank. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες στην Κύπρο ελέγχουν σήμερα πέραν του 90% της αγοράς. Σε σχέση με την εν λόγω εξαγορά είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι έτυχε έγκρισης κατά πλειοψηφία από την Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, παρόλο που καμία βελτίωση αποτελεσματικότητας δεν έχει προβληθεί από τις τράπεζες που συμμετείχαν σε αυτή την πράξη. Αυτό είναι καινοφανές διότι δεν υπάρχει προηγούμενο έγκρισης συγκέντρωσης μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης μεγαλύτερης επιχείρησης σε μια έντονα ολιγοπωλιακή αγορά, χωρίς να διαπιστωθούν βελτιώσεις αποτελεσματικότητας ικανές να αντισταθμίσουν τη μείωση του ανταγωνισμού που προκαλείται από τη συνεπαγόμενη εξασθένιση των ανταγωνιστικών πιέσεων στην αγορά.
Στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει αναπτυχθεί μέχρι σήμερα ουσιαστικός ανταγωνισμός. Παρόλο που η εν λόγω αγορά ελευθεροποιήθηκε εδώ και αρκετά χρόνια, η κρατική ΑΗΚ εξακολουθεί να κατέχει οιονεί μονοπωλιακή θέση όσον αφορά την παραγωγή και τη χονδρική προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό οφείλεται στις μεγάλες καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στην εφαρμογή του νέου μοντέλου ανταγωνιστικής λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και σε άλλα κρίσιμα ζητήματα όπως η καθυστέρηση έλευσης του φυσικού αερίου στην Κύπρο. Ο χαμηλός ρυθμός αλλαγών, δομικών και άλλων, στην εν λόγω αγορά αναντίλεκτα συνέβαλε στη διατήρηση υψηλών τιμών, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις. Επισημαίνεται ότι λόγω των ισχυρών κάθετων διασυνδέσεων που έχει η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας με άλλες αγορές, οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν τροχοπέδη για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.
Ένα επιπλέον ζήτημα που επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο είναι η καθυστέρηση στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών. Η έλλειψη αυτής της τεχνολογίας εμποδίζει την εφαρμογή δυναμικής τιμολόγησης, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στη μερική άμβλυνση των ανισορροπιών μεταξύ της παραγωγής και της ζήτησης ηλεκτρισμού. Αυτό διότι με την εφαρμογή δυναμικής τιμολόγησης, οι καταναλωτές θα είχαν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν την ζήτηση ηλεκτρισμού ανάλογα με τις τιμές της αγοράς, μειώνοντας τη ζήτηση σε ώρες αιχμής και αξιοποιώντας φθηνότερη ενέργεια σε περιόδους χαμηλής κατανάλωσης.
Επιπλέον, διαφαίνεται ότι ορισμένα κρατικά μέτρα, όπως για παράδειγμα το μέτρο ενίσχυσης που αφορά στην εγκατάσταση αποθηκευτικών μονάδων επιβάλλουν όρους αποκλειστικής συνεργασίας με την κρατική ΑΗΚ, γεγονός που καταπνίγει τις δυναμικές ανάπτυξης ουσιαστικού ανταγωνισμού και αποθαρρύνει την είσοδο νέων επιχειρήσεων στην ανταγωνιστική αγορά.
Στον τομέα της υγείας, η εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ) συνιστά σημαντικό βήμα για τη βελτίωση της καθολικής πρόσβασης των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας. Ωστόσο, αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι η εφαρμογή του ΓεΣΥ δεν έχει οδηγήσει σε βελτίωση της ποιότητας των εν λόγω υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα εντοπίζονται διάφορες καταχρήσεις του συστήματος από παρόχους υπηρεσιών υγείας. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι την τελευταία περίοδο παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα στον τομέα όσον αφορά εξαγορές μεγάλων ιδιωτικών νοσηλευτηρίων από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι δομικές αλλαγές που προκαλούνται μέσω αυτών των εξαγορών δημιουργούν εύλογες ανησυχίες για τη μείωση των ανταγωνιστικών πιέσεων, κάτι που εκτιμάται ότι θα έχει δυσμενείς επιδράσεις στο κόστος και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στο μέλλον, λόγω της αυξημένης διαπραγματευτικής δύναμης μικρού αριθμού κυρίαρχων παρόχων.
Στην αγορά υγρών καυσίμων έχουν παρατηρηθεί ορισμένες βελτιώσεις ειδικότερα όσον αφορά τη δυνατότητα των πρατηριούχων να καθορίζουν ελεύθερα τις τιμές αντλίας στα πρατήρια που διαχειρίζονται. Εντούτοις, σε επίπεδο χονδρικής προμήθειας ο ανταγωνισμός παραμένει ανεπαρκής, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση αδικαιολόγητα υψηλών τιμών που επιβαρύνουν συνακόλουθα τους καταναλωτές. Είναι αναγκαίο να αναληφθούν πρωτοβουλίες ή/και να ληφθούν μέτρα που θα αυξήσουν τη διαπραγματευτική ισχύ των πρατηριούχων, ώστε να μπορούν να εξασφαλίζουν καλύτερες χονδρικές τιμές προμήθειας υγρών καυσίμων. Επιπρόσθετα, ανησυχίες προκαλεί και η συνεχής αύξηση του αριθμού πρατηρίων που διαχειρίζονται οι ίδιες οι εταιρείες πετρελαιοειδών (είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω θυγατρικών τους εταιρειών). Αυτό διότι μέσω πρακτικών συμπίεσης περιθωρίου κέρδους, δηλαδή μικρής διαφοράς μεταξύ της λιανικής τιμής αντλίας και της χονδρικής τιμής προμήθειας, ασκούνται σοβαρές πιέσεις στην κερδοφορία και βιωσιμότητα γειτονικών πρατηρίων που διαχειρίζονται ανεξάρτητοι πρατηριούχοι, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να εκτοπίζονται σταδιακά από το επάγγελμα. Η συνέχιση αυτής της κατάστασης ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση του ανταγωνισμού, όχι μόνο σε επίπεδο χονδρικής, αλλά και στη λιανική αγορά, με δυσμενείς συνέπειες για τους καταναλωτές. Κάτι αντίστοιχο ενδεχομένως να προκύψει και μέσω της συμφωνίας εξαγοράς των πρατηρίων Esso από την Petrolina που έχει ανακοινωθεί πρόσφατα, η οποία εκτιμάται ότι θα αυξήσει σημαντικά τον βαθμό συγκέντρωσης της αγοράς υγρών καυσίμων. Η έγκαιρη παρέμβαση της Πολιτικής Ανταγωνισμού είναι κρίσιμη για την αποτροπή τέτοιων εξελίξεων και τη διασφάλιση ενός υγιούς και βιώσιμου ανταγωνιστικού περιβάλλοντος σε επίπεδο λιανικής αγοράς.
Περαιτέρω, οι ενέργειες της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας για ενίσχυση της πληροφόρησης των καταναλωτών σε σχέση με τις τιμές αντλίας των πρατηρίων μέσω της δημιουργίας ψηφιακής πλατφόρμας, φαίνεται να μην τυγχάνει της αναμενόμενης αξιοποίησης από τους καταναλωτές. Αντίθετα, υπάρχουν εύλογες ανησυχίες ότι η αυξημένη διαφάνεια που δημιουργείται διευκολύνει την ανάπτυξη ή/και τη διατήρηση της συντονισμένης συμπεριφοράς επιχειρήσεων στην αγορά.
Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί ότι υπάρχουν και τομείς στους οποίους ο ανταγωνισμός λειτουργεί ικανοποιητικά, όπως οι τηλεπικοινωνίες και οι υπεραγορές, όπου οι καταναλωτές απολαμβάνουν ποικιλία επιλογών, καινοτόμες υπηρεσίες και ανταγωνιστικές τιμές. Παρόλα αυτά, απαιτείται προσοχή, ώστε να διασφαλιστεί ότι η δομή αυτών των αγορών δεν θα αλλοιωθεί π.χ. μέσω συγχωνεύσεων ή εξαγορών ή τεχνητή αύξηση της διαφάνειας στην αγορά, που θα μπορούσαν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία του ανταγωνισμού.
Όσον αφορά την εφαρμογή της Πολιτικής Ανταγωνισμού στην Κύπρο, ποιες θεωρείτε ότι είναι οι κύριες αδυναμίες και οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν;
Η εφαρμογή της Πολιτικής Ανταγωνισμού στην Κύπρο αντιμετωπίζει σημαντικές αδυναμίες και προκλήσεις, επηρεάζοντας την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία του θεσμικού πλαισίου. Παράλληλα, υπάρχουν σαφείς προτεραιότητες για μεταρρυθμίσεις που μπορούν να ενισχύσουν τη διαφάνεια, την ανεξαρτησία και την αποδοτικότητα της δημόσιας επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού.
Μία από τις βασικές αδυναμίες αφορά τις θεσμικές ελλείψεις της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (ΕΠΑ), η οποία συγκεντρώνει στο ίδιο όργανο τις αρμοδιότητες του ερευνητή, του κατήγορου και του δικαστή. Αυτό δημιουργεί ζητήματα αμεροληψίας και διαδικαστικών εγγυήσεων, ενώ η έλλειψη ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου δεν επιτρέπει τη διόρθωση πιθανών ουσιαστικών λαθών. Επιπλέον, η ανεπαρκής εξειδίκευση και η μη βέλτιστη κατανομή των πόρων της ΕΠΑ οδηγούν σε καθυστερήσεις στην εξέταση κρίσιμων υποθέσεων, μειώνοντας την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων στον θεσμό. Το γεγονός ότι το πρόγραμμα επιείκειας δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ και ότι οι επιχειρήσεις στρέφονται μαζικά σε προσφυγές κατά των αποφάσεων της ΕΠΑ, καταδεικνύει το έλλειμμα εμπιστοσύνης στο σύστημα επιβολής του Δικαίου Ανταγωνισμού.
Το νομοθετικό πλαίσιο για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων είναι επίσης προβληματικό, καθώς τα χαμηλά κατώφλια κοινοποίησης οδηγούν σε υπερβολικό διοικητικό φόρτο, αποσπώντας την ΕΠΑ από υποθέσεις με μεγαλύτερο αντίκτυπο στον ανταγωνισμό.
Ένα ακόμη σοβαρό έλλειμμα είναι η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και μηχανισμών εκ των υστέρων αξιολόγησης των παρεμβάσεων που σχετίζονται με την Πολιτική Αταγωνισμού. Το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, που έχει θεσμική ευθύνη για την πολιτική ανταγωνισμού, δεν έχει αναπτύξει συστηματική ανάλυση των επιπτώσεων των παρεμβάσεων, με αποτέλεσμα να διατηρούνται στρεβλώσεις που επιβαρύνουν τον ανταγωνισμό και τους καταναλωτές.
Η μεταρρύθμιση της δημόσιας επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, της διαφάνειας και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Πρώτον, απαιτείται εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για τις συγκεντρώσεις, ώστε η ΕΠΑ να επικεντρώνεται στις συναλλαγές που έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό, ενώ οι λιγότερο κρίσιμες περιπτώσεις να υπόκεινται σε απλοποιημένες διαδικασίες. Αυτό θα μειώσει το διοικητικό βάρος, τόσο για την ΕΠΑ όσο και για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, και θα βελτιώσει την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Δεύτερον, η δημιουργία εξειδικευμένου δικαστικού τμήματος για υποθέσεις ανταγωνισμού είναι κρίσιμη, ώστε να διασφαλιστεί πλήρης και ουσιαστικός έλεγχος των αποφάσεων της ΕΠΑ. Αυτό θα αποτρέψει καθυστερήσεις και θα ενισχύσει τη νομική ασφάλεια, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας και της αξιοπιστίας της απονομής δικαιοσύνης που αφορά υποθέσεις ανταγωνισμού.
Τρίτον, η ΕΠΑ πρέπει να λειτουργεί με πλήρη ανεξαρτησία, ώστε οι αποφάσεις της να μην επηρεάζονται από πολιτικές ή άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις. Απαιτούνται θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας, ενώ η διαδικασία επιλογής των μελών της πρέπει να γίνεται με διαφανή κριτήρια που βασίζονται στην επαγγελματική και ακαδημαϊκή επάρκεια. Παράλληλα, η βελτίωση της διαφάνειας στις διαδικασίες της ΕΠΑ είναι απαραίτητη, καθώς η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα των αποφάσεών της επηρεάζουν άμεσα την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων.
Τέταρτον, απαιτείται αναθεώρηση του πλαισίου προσλήψεων στην ΕΠΑ, ώστε να διασφαλιστεί η πρόσληψη εξειδικευμένων επαγγελματιών σε τομείς που σχετίζονται με το δίκαιο και τα οικονομικά του ανταγωνισμού. Η εξειδίκευση του προσωπικού είναι απαραίτητη για την ακριβή και αξιόπιστη ανάλυση των αγορών και των οικονομικών επιπτώσεων των επιχειρηματικών πρακτικών. Ένα στοχευμένο σύστημα προσλήψεων, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση των σχεδίων υπηρεσίας, θα βελτιώσει τη λειτουργικότητα και αποτελεσματικότητα της ΕΠΑ.
Πέμπτον, η συνεχής εκπαίδευση των επαγγελματιών που εμπλέκονται στη δημόσια επιβολή του Δικαίου Ανταγωνισμού – δικαστών, νομικών και οικονομολόγων – πρέπει να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες εξελίξεις, όπως η παγκοσμιοποίηση και η ψηφιοποίηση των αγορών. Οι αγορές γίνονται πιο τεχνολογικά προηγμένες και διασυνδεδεμένες, καθιστώντας αναγκαία την εξοικείωση με νέα ζητήματα, όπως οι αλγόριθμοι τιμολόγησης και οι ψηφιακές πλατφόρμες.
Έκτον, πρέπει να ενισχυθεί η λογοδοσία και η αξιολόγηση των παρεμβάσεων της ΕΠΑ μέσω τακτικών απολογιστικών εκθέσεων και ανεξάρτητων αξιολογήσεων της αποτελεσματικότητάς της. Το θεσμικό πλαίσιο πρέπει να προβλέπει διαδικασίες εκ των υστέρων ελέγχου, ώστε να υπάρχει συστηματική ανάλυση των επιπτώσεων των παρεμβάσεων της στην αγορά.
Η υλοποίηση αυτών των μεταρρυθμίσεων θα βελτιώσει τη λειτουργία της Πολιτικής Ανταγωνισμού στην Κύπρο, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα της ΕΠΑ, διασφαλίζοντας δίκαιες και ανοικτές αγορές και ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των καταναλωτών στον θεσμό.
Προηγουμένως αναφερθήκατε στην ανάγκη για τροποποίηση του περί ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων νόμου. Ποιες είναι οι εισηγήσεις σας;
Η τροποποίηση του περί ελέγχου συγκεντρώσεων επιχειρήσεων νόμου είναι επιβεβλημένη, ώστε να ανταποκρίνεται στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς και να επιτρέπει την πιο αποτελεσματική εποπτεία των συγκεντρώσεων που επηρεάζουν ουσιαστικά τον ανταγωνισμό. Οι εισηγήσεις μου επικεντρώνονται σε αλλαγές που αποσκοπούν στον εξορθολογισμό των διαδικασιών και στη βελτιστοποίηση της διαχείρισης των πόρων της ΕΠΑ.
Συγκεκριμένα, κρίνω αναγκαία τη θέσπιση απλοποιημένης διαδικασίας κοινοποίησης ορισμένων συγκεντρώσεων π.χ. συγκεντρώσεις στις οποίες οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις έχουν πολύ χαμηλά μερίδια αγοράς και συγκεντρώσεις που δεν μεταβάλλουν τα μερίδια αγοράς στην αγορά. Η αλλαγή αυτή θα μπορούσε να προσφέρει πολλαπλά οφέλη τόσο στην ΕΠΑ όσο και στις επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε αυτές τις συναλλαγές. Η υιοθέτηση μιας απλοποιημένης διαδικασίας κοινοποίησης θα επιτρέψει στην ΕΠΑ να αξιοποιήσει τους περιορισμένους πόρους της σε πιο σύνθετες και δυνητικά προβληματικές συγκεντρώσεις, όπου απαιτείται λεπτομερής ανάλυση των επιδράσεων στη λειτουργία του ανταγωνισμού. Παράλληλα, θα μειώσει το διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις, εξαλείφοντας περιττές διαδικασίες και επιταχύνοντας την υλοποίηση των συναλλαγών τους.
Επιπλέον, θεωρώ απαραίτητη την αύξηση των ελάχιστων κατωφλίων κύκλου εργασιών που απαιτούνται προκειμένου να θεωρηθεί μια συγκέντρωση ως μείζονος σημασίας και να υπόκειται σε υποχρέωση κοινοποίησης. Τα υφιστάμενα κατώφλια κύκλου εργασιών είναι πλέον ξεπερασμένα, καθώς δεν ανταποκρίνονται στις σημαντικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην αγορά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, όπως η παγκοσμιοποίηση, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ο πληθωρισμός. Η προσαρμογή των κατωφλίων θα επιτρέψει στην ΕΠΑ να επικεντρωθεί στις συγκεντρώσεις που έχουν σοβαρό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό. Επίσης, η εν λόγω προσαρμογή θα συμβάλει στη μείωση της γραφειοκρατίας, η οποία συχνά επιβαρύνει τόσο τη λειτουργία της ΕΠΑ όσο και τις επιχειρήσεις, δημιουργώντας καθυστερήσεις στην υλοποίηση συγκεντρώσεων που είναι επωφελείς ή ουδέτερες όσον αφορά τον ανταγωνισμό.
Για την περαιτέρω αποσυμφόρηση της ΕΠΑ θεωρώ επίσης αναγκαία τη μεταφορά της προκαταρκτικής αξιολόγησης των συγκεντρώσεων σε μια αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Η συγκεκριμένη υπηρεσία θα έχει ως καθήκον να εξετάζει προκαταρκτικά αν μια συγκέντρωση είναι πιθανόν να προκαλέσει ανησυχίες όσον αφορά τη λειτουργία του ανταγωνισμού. Μόνο οι περιπτώσεις συγκεντρώσεων που κατά την προκαταρκτική αξιολόγηση φαίνεται να δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες ή κινδύνους για τον ανταγωνισμό θα παραπέμπονται στην ΕΠΑ για περαιτέρω ανάλυση και αξιολόγηση. Η μεταφορά αυτής της αρμοδιότητας θα συμβάλει στην αποδοτικότερη διαχείριση των περιορισμένων πόρων της ΕΠΑ, επιτρέποντάς της να εστιάσει σε υποθέσεις που απαιτούν σύνθετη ανάλυση και παρουσιάζουν κρίσιμη σημασία για τη λειτουργία του ανταγωνισμού. Παράλληλα, η εξειδικευμένη αυτή υπηρεσία του Υπουργείου θα μπορεί να διαχειρίζεται πιο αποδοτικά τις συγκεντρώσεις που δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τη δομή της αγοράς, μειώνοντας έτσι το διοικητικό βάρος για τις επιχειρήσεις και επιταχύνοντας τη διαδικασία υλοποίησής τους. Σημαντικό είναι επίσης και το ότι η συλλογή πληροφοριών από την εν λόγω υπηρεσία του Υπουργείου θα συμβάλει στον πιο άμεσο και έγκαιρο εντοπισμό δομικών ή άλλων δυσλειτουργιών που δεν οφείλονται στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και οι οποίες θα μπορούσαν να αμβλυνθούν ή/και να αρθούν μέσω της λήψης κατάλληλων μέτρων κρατικής παρέμβασης.
Επιπλέον θα ήθελα να μου πείτε, πώς αξιολογείτε τον δικαστικό έλεγχο που ασκείται σε υποθέσεις που αφορούν προσφυγές εναντίον αποφάσεων της ΕΠΑ;
Ο δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων της ΕΠΑ παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, οι οποίες υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού. Οι βασικές προκλήσεις αφορούν τόσο τη φύση και την ένταση του δικαστικού ελέγχου, όσο και την έλλειψη εξειδίκευσης των δικαστών στις πολύπλοκες οικονομικές και νομικές πτυχές του ανταγωνισμού.
Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν επιτρέπει στα δικαστήρια πλήρη έλεγχο των αποφάσεων της ΕΠΑ, ιδιαίτερα όσον αφορά την ουσία των υποθέσεων και το ύψος των προστίμων. Αυτό δημιουργεί ασυμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο, καθώς ο Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 προβλέπει ότι τα δικαστήρια πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πλήρους αναθεώρησης των κυρώσεων που επιβάλλοntai για παραβάσεις των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού, οι οποίοι εφαρμόζονται σε ορισμένες περιπτώσεις και απο τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών. Η αδυναμία των κυπριακών δικαστηρίων να εξετάσουν την αναλογικότητα και την ορθότητα των προστίμων δημιουργεί νομικά και θεσμικά κενά, επηρεάζοντας αρνητικά την αποτελεσματικότητα του συστήματος δημόσιας επιβολής του Δικαίου Ανταγωνισμού.
Παράλληλα, η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των υποθέσεων ανταγωνισμού απαιτεί από τους δικαστές εξειδικευμένες γνώσεις στην οικονομική ανάλυση και τη λειτουργία των αγορών. Οι υποθέσεις ανταγωνισμού συχνά περιλαμβάνουν ποσοτικά δεδομένα, οικονομετρικές μελέτες και ανάλυση επιπτώσεων στην αγορά, τα οποία οι μη εξειδικευμένοι δικαστές δυσκολεύονται να αξιολογήσουν. Αυτό οδηγεί σε περιορισμένο έλεγχο, που συχνά επικεντρώνεται μόνο στη νομιμότητα της διαδικασίας και όχι στην ουσία των αποφάσεων της ΕΠΑ.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι η ΕΠΑ συνδυάζει τις ιδιότητες του ερευνητή, κατήγορου και δικαστή, γεγονός που δημιουργεί ζητήματα ανεπάρκειας των διαδικαστικών εγγυήσεων και έλλειψης της αντικειμενικής αμεροληψίας. Ωστόσο, ο δικαστικός έλεγχος δεν λειτουργεί διορθωτικά για αυτές τις αδυναμίες, καθώς δεν επανεξετάζει ουσιαστικά την επιχειρηματολογία της ΕΠΑ, αλλά περιορίζεται κυρίως σε ακυρωτικό έλεγχο τυπικών παραβάσεων.
Επιπλέον, οι καθυστερήσεις στην εκδίκαση των προσφυγών οδηγούν σε αποδυνάμωση της εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού, καθώς οι επιχειρήσεις είτε αντιμετωπίζουν μακροχρόνια νομική αβεβαιότητα, είτε εκμεταλλεύονται τη χρονική καθυστέρηση για να καθυστερήσουν την καταβολή των προστίμων.
Η λύση των πιο πάνω προβλημάτων απαιτεί θεσμική μεταρρύθμιση, η οποία θα περιλαμβάνει τη δημιουργία εξειδικευμένου δικαστικού οργάνου για εκδίκαση υποθέσεων ανταγωνισμού σε δεύτερο βαθμό, με δικαιοδοσία να εξετάζει πλήρως την ουσία των αποφάσεων της ΕΠΑ. Το εν λόγω δικαστικό όργανο θα μπορούσε να αναλάβει και την εκδίκαση αγωγών για αποζημιώσεις λόγω παραβάσεων του Δικαίου Ανταγωνισμού.
Παράλληλα, είναι αναγκαία η ενίσχυση της εκπαίδευσης και εξειδίκευσης των δικαστών στον τομέα του Δικαίου Ανταγωνισμού, ώστε να μπορούν να αναλύουν και αξιολογούν με επάρκεια την ακρίβεια, αξιοπιστία και συνοχή των οικονομικών και τεχνικών δεδομένων που παρουσιάζονται στις υποθέσεις ανταγωνισμού. Η εξειδίκευση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς οι δικαστές καλούνται να διαχειριστούν πολύπλοκα οικονομικά επιχειρήματα, οικονομετρικές αναλύσεις και αξιολογήσεις επιπτώσεων στην αγορά, τα οποία αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της ορθής απονομής δικαιοσύνης στις υποθέσεις αυτές. Η θεσμοθέτηση εξειδικευμένης δικαστικής κατάρτισης και η δημιουργία εξειδικευμένου δικαστικού οργάνου για υποθέσεις ανταγωνισμού, κατά το πρότυπο του Competition Appeal Tribunal (CAT) του Ηνωμένου Βασιλείου, θα ενισχύσει σημαντικά τη νομική και οικονομική ανάλυση των υποθέσεων, διασφαλίζοντας πιο τεκμηριωμένες, αξιόπιστες και συνεκτικές δικαστικές αποφάσεις. Ένα τέτοιο εξειδικευμένο όργανο θα διαθέτει δικαστές με γνώσεις σε οικονομική θεωρία και ανάλυση ανταγωνισμού, επιτρέποντας πληρέστερη εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων και ουσιαστικότερο έλεγχο των αποφάσεων της ΕΠΑ. Η θεσμική αυτή μεταρρύθμιση θα συμβάλει στην ενίσχυση της ποιότητας του δικαστικού ελέγχου, στη μείωση της νομικής αβεβαιότητας και στην αποτελεσματικότερη επιβολή του Δικαίου Ανταγωνισμού, διασφαλίζοντας ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση τεχνικά άρτιες και εμπεριστατωμένες αναλύσεις.
Ως πολίτες, τι μπορούμε να αναμένουμε από την ΕΠΑ το 2025;
Η απουσία δημοσιευμένης έκθεσης προγραμματισμού ή στρατηγικών προτεραιοτήτων από την ΕΠΑ, καθιστά δύσκολη την πρόβλεψη συγκεκριμένων δράσεων για το 2025. Ωστόσο, με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις και τις προηγούμενες τάσεις, μπορούμε να αναμένουμε την έκδοση αποφάσεων σε υποθέσεις όπου η προηγούμενη σύνθεση της ΕΠΑ είχε διαπιστώσει παραβάσεις, αλλά δεν έχει ληφθεί απόφαση αναφορικά με το ύψος του προστίμου.
Επιπλέον, είναι πιθανό να συνεχιστεί η έκδοση σημαντικού αριθμού αποφάσεων για συγκεντρώσεις, αν και οι περισσότερες από αυτές δεν θα έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό. Παράλληλα, αναμένεται η έκδοση αποφάσεων από το Διοικητικό Δικαστήριο και το Εφετείο σε προσφυγές και εφέσεις που εκκρεμούν από προηγούμενα έτη. Η αποτελεσματικότητα αυτών των αποφάσεων θα εξαρτηθεί από την ένταση και την ποιότητα του δικαστικού ελέγχου.
Επιπλέον, η τάση για μικρό αριθμό καταγγελιών πιθανότατα θα συνεχιστεί, κάτι που υπογραμμίζει την ανάγκη για ευαισθητοποίηση του επιχειρηματικού κόσμου και των καταναλωτών σχετικά με τη σημασία της συμμόρφωσης με τους κανόνες ανταγωνισμού.
Είναι προφανές ότι η ΕΠΑ χρειάζεται να προχωρήσει στη δημοσιοποίηση στρατηγικών στόχων και προτεραιοτήτων. Μια τέτοια κίνηση θα ενίσχυε τη διαφάνεια, θα βελτίωνε την εμπιστοσύνη των εμπλεκόμενων φορέων και θα επέτρεπε στην ΕΠΑ να εστιάσει αποτελεσματικότερα σε υποθέσεις με ουσιαστικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό και στην ευημερία των καταναλωτών.
Ποιο είναι το καταληκτικό σας μήνυμα για τον ρόλο του ανταγωνισμού στην οικονομία;
Το μύνημα μου είναι ότι ο ανταγωνισμός δεν είναι εμπόδιο, αλλά κινητήριος δύναμη για την οικονομία. Διασφαλίζει τη δίκαιη λειτουργία των αγορών, δίνοντας στους καταναλωτές περισσότερες επιλογές, καλύτερη ποιότητα και δίκαιες τιμές. Παράλληλα, δημιουργεί ένα πιο αποδοτικό επιχειρηματικό περιβάλλον, ενθαρρύνοντας την καινοτομία, τη βελτίωση υπηρεσιών και τη συνεχή εξέλιξη των επιχειρήσεων. Σε μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως η κυπριακή, ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλαίσιο είναι απαραίτητο για να ενισχύσει τη διαφάνεια, να προσελκύσει επενδύσεις και να διασφαλίσει μακροχρόνια βιώσιμη ανάπτυξη. Ο ανταγωνισμός είναι θεμέλιο για μια δυναμική, ανθεκτική και δίκαιη οικονομία, που λειτουργεί προς όφελος των πολλών.