Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2560 για τις ξένες επιδοτήσεις, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2023 και εφαρμόζεται πλήρως από τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, συνιστά θεσμική τομή στο σύστημα προστασίας του ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ένταξή του στην εργαλειοθήκη της Πολιτικής Ανταγωνισμού στοχεύει στην κάλυψη της απουσίας ενωσιακού μηχανισμού ελέγχου ξένων επιδοτήσεων με επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά.

Το προϋφιστάμενο πλαίσιο και η κανονιστική ασυμμετρία

Μέχρι πρόσφατα, το ενωσιακό πλαίσιο προστασίας του ανταγωνισμού κάλυπτε τρεις βασικούς άξονες: τις κρατικές ενισχύσεις των κρατών-μελών, τις αντιανταγωνιστικές πρακτικές επιχειρήσεων και τις συγκεντρώσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν τη δομή της αγοράς. Το κοινό στοιχείο των μηχανισμών αυτών ήταν ότι αφορούσαν είτε παρεμβάσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε συμπεριφορές επιχειρήσεων στην εσωτερική της αγορά.

Εκτός του πλαισίου αυτού παρέμεναν τα οικονομικά πλεονεκτήματα που απορρέουν από κρατική στήριξη τρίτων χωρών. Έτσι, μια επιχείρηση μπορούσε να λάβει σημαντική επιδότηση από κράτος εκτός ΕΕ — ακόμη και αν δραστηριοποιείτο ήδη στην εσωτερική αγορά — και να αξιοποιήσει τα σχετικά κεφάλαια για πράξεις εξαγορών ή για συμμετοχή σε διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων εντός της εσωτερικής αγοράς. Το απορρέον οικονομικό πλεονέκτημα δεν αποτελούσε αντικείμενο αυτοτελούς ενωσιακού ελέγχου στο πλαίσιο της Πολιτικής Ανταγωνισμού.

Η κατάσταση αυτή δημιουργούσε προφανή κανονιστική ασυμμετρία: ενώ οι κρατικές ενισχύσεις των κρατών-μελών υπόκεινται σε αυστηρό και προληπτικό έλεγχο, παρεμβάσεις τρίτων χωρών μπορούσαν να παράγουν συγκρίσιμες ή και εντονότερες επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, χωρίς αντίστοιχο μηχανισμό εποπτείας. Η ανισορροπία αυτή αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για τη θέσπιση ειδικού μηχανισμού ελέγχου, με στόχο τη διασφάλιση κανονιστικής συνέπειας και, εν τέλει, την αποκατάσταση ίσων όρων ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.

Η λογική και το πεδίο της ρύθμισης

Ο Κανονισμός εισάγει πλαίσιο ελέγχου στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκύπτουν από οικονομική στήριξη τρίτων χωρών. Η σχετική εξουσία ασκείται μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όχι ως ρύθμιση των πολιτικών τρίτων κρατών, αλλά ως μέσο προστασίας της ανταγωνιστικής δομής και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.

Η ρύθμιση δεν στρέφεται κατά της κυβέρνησης της τρίτης χώρας που χορήγησε την επιδότηση, καθώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αναγνωρίζεται αρμοδιότητα ρύθμισης ή ακύρωσης πράξεων τρίτων κρατών. Η παρέμβαση περιορίζεται στην αντιμετώπιση των στρεβλωτικών επιπτώσεων που εκδηλώνονται στην εσωτερική αγορά, μέσω επιβολής διορθωτικών μέτρων ή αποδοχής δεσμεύσεων από μέρους της επιχείρησης που απολαμβάνει το σχετικό οικονομικό πλεονέκτημα.

Σχέση με το δίκαιο ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων

Ο Κανονισμός δεν εντάσσεται τυπικά στο κλασικό Δίκαιο Ανταγωνισμού, το οποίο ρυθμίζει συμπεριφορές επιχειρήσεων, όπως συμπράξεις (καρτέλ) ή καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης. Ούτε ταυτίζεται με το σύστημα ελέγχου κρατικών ενισχύσεων, το οποίο αφορά παρεμβάσεις των κρατών-μελών.

Παρά ταύτα, εντάσσεται λειτουργικά στο ίδιο πλαίσιο προστασίας της εσωτερικής αγοράς. Η αξιολόγηση που προβλέπει στηρίζεται στην οικονομική ανάλυση των επιπτώσεων στην αγορά: εξετάζεται αν υφίσταται οικονομικό πλεονέκτημα, αν αυτό είναι επιλεκτικό και αν επηρεάζει τον ανταγωνισμό. Με την έννοια αυτή, ο Κανονισμός λειτουργεί ως εξωτερικό συμπλήρωμα του ενωσιακού συστήματος προστασίας του ανταγωνισμού, επεκτείνοντας τη λογική του σε επιδοτήσεις που προέρχονται από τρίτες χώρες.

Θεσμικές και διασυνοριακές διαστάσεις

Η θέσπιση του Κανονισμού αντανακλά μία ευρύτερη εξέλιξη στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι κρατικές επιδοτήσεις χρησιμοποιούνται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση ως εργαλείο βιομηχανικής στρατηγικής, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διασφαλίσει δίκαιους όρους ανταγωνισμού, διατηρώντας παράλληλα την αρχή της ανοικτής αγοράς.

Η επιτυχία του νέου μηχανισμού θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή του στην πράξη και από την ικανότητα των ευρωπαϊκών θεσμών να διατηρήσουν αυτή τη λεπτή ισορροπία: ανοικτή αγορά, αλλά όχι ανεξέλεγκτος ανταγωνισμός. 

 

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου